νοικοκυρεμένος
•
- που έχει συγυριστεί και τακτοποιηθεί Βικιλεξικό
- που έχει τάξη και οργάνωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νοικοκυρεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου νοικοκυρεύομαι
Άλλοι τύποι
νοικοκυρεμένανοικοκυρεμένενοικοκυρεμένεςνοικοκυρεμένηνοικοκυρεμένηςνοικοκυρεμένονοικοκυρεμένοινοικοκυρεμένοςνοικοκυρεμένουνοικοκυρεμένουςνοικοκυρεμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →