Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νομάτισμα

/noˈma.ti.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. δημοτική ή λαϊκότροπο Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραδημοτική ή λαϊκότροπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νομάτισμα < νοματίζω, νοματισ- + -μα ή ονομάτισμα με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος < μεσαιωνική ελληνική ὀνομάτισμα < μεσαιωνική ελληνική ὀνοματίζω / 'νοματίζω / νοματίζω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνομάτισμανοματίσματα
Γενικήνοματίσματοςνοματισμάτων
Αιτιατικήνομάτισμανοματίσματα
Κλητικήνομάτισμανοματίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →