νομισματικός
•
- που σχετίζεται με το νόμισμα είτε ως μέσο συναλλαγών είτε ως αντικείμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νομισματικός < νομισματ- (< νόμισμα) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νομισματικός | νομισματική | νομισματικό |
| Γενική | νομισματικού | νομισματικής | νομισματικού |
| Αιτιατική | νομισματικό | νομισματική | νομισματικό |
| Κλητική | νομισματικέ | νομισματική | νομισματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νομισματικοί | νομισματικές | νομισματικά |
| Γενική | νομισματικών | νομισματικών | νομισματικών |
| Αιτιατική | νομισματικούς | νομισματικές | νομισματικά |
| Κλητική | νομισματικοί | νομισματικές | νομισματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →