νταμίρα
•
- το χασίσι, το χόρτο Βικιλεξικό
- Χασικλίδικο ρεμπέτικο τραγούδι, Εγώ θέλω πριγκιπέσα, (απόσπασμα)
Ετυμολογία
νταμίρα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νταμίρα | νταμίρες |
| Γενική | νταμίρας | νταμιρών |
| Αιτιατική | νταμίρα | νταμίρες |
| Κλητική | νταμίρα | νταμίρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →