Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ντουέτο

/duˈe.to/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μουσικήμουσικό έργο για δύο όργανα ή δύο φωνές Βικιλεξικό
  2. μουσικήδύο καλλιτέχνες που εμφανίζονται μαζί (συχνά άντρας και γυναίκα) σε παράσταση Βικιλεξικό
    • Κάνανε διάφορα νούμερα. Ένας μαντράχαλος τραγουδούσε την «Καπνοσακούλα» (την έχανε και ύστερα την έβρισκε και την κρατούσε στην αριστερή τσέπη του παντελονιού του), ή ντουέτο με μια πεταχτή σκερτσόζα: « Πιό ὄμορφη στόν κόσμο δέν ἔχει ἄλληνε ἀπό τήν ἀδερφή μου τήν πιό μεγάληνε» , και μιά καμωματού τσαχπίνα, μέ μιά καρτονένια καπελιέρα κρεμασμένη ἀπό τό μπράτσο της μέ ρόζ κορδέλα, σεισοκωλιότανε τραγουδώντας τή «Μοδιστρούλα» (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, εκδ. Πελεκάνος, 2015)
  3. ειρωνικόγια ανθρώπους που εμφανίζονται συνεχώς μαζί, ή για ερωτικό ζευγάρι Βικιλεξικό
    • Θέλεις να καλέσεις τη Μαρία στο πάρτι; Θα πρέπει να καλέσεις και την κολλητή της. Είναι ντουέτο αυτές οι δυο.

Ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήντουέτοντουέτα
Γενικήντουέτουντουέτων
Αιτιατικήντουέτοντουέτα
Κλητικήντουέτοντουέτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ντουέτο

/duˈe.to/επίρρημα
•
  1. δυο δυο μαζί, όπως ένα ντουέτο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Άλλοι τύποι

ντουέταντουέτοντουέτουντουέτων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →