νυχιάζω
•
- ξύνω ή γρατζουνίζω με τα νύχια μου (ή τα μπήγω κάπου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νυχιάζω < νύχι + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | νυχιάζω | νυχιάζεις | νυχιάζει | νυχιάζουμε | νυχιάζετε | νυχιάζουν / νυχιάζουνε |
| Παρατατικός | νύχιαζα | νύχιαζες | νύχιαζε | νυχιάζαμε | νυχιάζατε | νυχιάζαν / νυχιάζανε / νύχιαζαν |
| Αόριστος | νύχιασα | νύχιασες | νύχιασε | νυχιάσαμε | νυχιάσατε | νυχιάσαν / νυχιάσανε / νύχιασαν |
| Μέλλοντας | θα νυχιάζω / θα νυχιάσω | θα νυχιάζεις / θα νυχιάσεις | θα νυχιάζει / θα νυχιάσει | θα νυχιάζουμε / θα νυχιάσουμε | θα νυχιάζετε / θα νυχιάσετε | θα νυχιάζουν / θα νυχιάζουνε / θα νυχιάσουν / θα νυχιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω νυχιάσει | έχεις νυχιάσει | έχει νυχιάσει | έχουμε νυχιάσει | έχετε νυχιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα νυχιάσει | είχες νυχιάσει | είχε νυχιάσει | είχαμε νυχιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω νυχιάσει / να νυχιάζω / να νυχιάσω | να έχεις νυχιάσει / να νυχιάζεις / να νυχιάσεις | να έχει νυχιάσει / να νυχιάζει / να νυχιάσει | να έχουμε νυχιάσει / να νυχιάζουμε / να νυχιάσουμε | να έχετε νυχιάσει / να νυχιάζετε / να νυχιάσετε | να νυχιάζουν / να νυχιάζουνε / να νυχιάσουν / να νυχιάσουνε |
| Προστακτική | — | νύχιαζε / νύχιασε | — | — | νυχιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
νυχιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →