Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξέρω

/ˈkse.ɾo/ρήμα
•
  1. γνωρίζω κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό
    • Πρέπει να ξέρετε, ότι δεν κάνω πλέον μουσική για τον κινηματογράφο ή δε μ'ενδιαφέρει πλέον να κάνω. Εκτός σπανίων εξαιρέσεων, που θ' αποφασίσω σαν μια χειρονομία φιλική προς κάποιον που εκτιμώ. (Μάνος Χατζιδάκης, ψηφίδες μνήμης, εκδ. Ίκαρος, 2004, σελ. 134)

Ετυμολογία

ξέρω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξέρω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξέρωξέρειςξέρειξέρουμεξέρετεξέρουν / ξέρουνε
Παρατατικόςήξεραήξερεςήξερεξέραμεξέρατεήξεραν / ξέραν / ξέρανε
Μέλλονταςθα ξέρωθα ξέρειςθα ξέρειθα ξέρουμεθα ξέρετεθα ξέρουν / θα ξέρουνε
Υποτακτικήνα ξέρωνα ξέρειςνα ξέρεινα ξέρουμενα ξέρετενα ξέρουν / να ξέρουνε
Προστακτική—ξέρε——ξέρετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →