ξέστρωμα
•
- η διαδικασία και το αποτέλεσμα του ξεστρώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξέστρωμα < ξεστρώ(νω) + -μα < μεσαιωνικά ελληνικά ξεστρώνω < ξε- + στρώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέστρωμα | ξεστρώματα |
| Γενική | ξεστρώματος | ξεστρωμάτων |
| Αιτιατική | ξέστρωμα | ξεστρώματα |
| Κλητική | ξέστρωμα | ξεστρώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →