ξεστρώνω
•
- αποκαλύπτω μια επιφάνεια αφαιρώντας το κάλυμμα με το οποίο είχε καλυφθεί Βικιλεξικό
- για κρεβάτιτου αφαιρώ τα σκεπάσματα, τα σεντόνια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεστρώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξεστρώνω < ξε- + στρώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεστρώνω | ξεστρώνεις | ξεστρώνει | ξεστρώνουμε | ξεστρώνετε | ξεστρώνουν / ξεστρώνουνε |
| Παρατατικός | ξέστρωνα | ξέστρωνες | ξέστρωνε | ξεστρώναμε | ξεστρώνατε | ξέστρωναν / ξεστρώναν / ξεστρώνανε |
| Αόριστος | ξέστρωσα | ξέστρωσες | ξέστρωσε | ξεστρώσαμε | ξεστρώσατε | ξέστρωσαν / ξεστρώσαν / ξεστρώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεστρώνω / θα ξεστρώσω | θα ξεστρώνεις / θα ξεστρώσεις | θα ξεστρώνει / θα ξεστρώσει | θα ξεστρώνουμε / θα ξεστρώσουμε | θα ξεστρώνετε / θα ξεστρώσετε | θα ξεστρώνουν / θα ξεστρώνουνε / θα ξεστρώσουν / θα ξεστρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεστρώσει | έχεις ξεστρώσει | έχει ξεστρώσει | έχουμε ξεστρώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεστρώσει | είχες ξεστρώσει | είχε ξεστρώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεστρώσει / να ξεστρώνω / να ξεστρώσω | να έχεις ξεστρώσει / να ξεστρώνεις / να ξεστρώσεις | να έχει ξεστρώσει / να ξεστρώνει / να ξεστρώσει | να έχουμε ξεστρώσει / να ξεστρώνουμε / να ξεστρώσουμε | να ξεστρώνετε / να ξεστρώσετε | να ξεστρώνουν / να ξεστρώνουνε / να ξεστρώσουν / να ξεστρώσουνε |
| Προστακτική | — | ξέστρωνε / ξέστρωσε | — | — | ξεστρώνετε / ξεστρώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεστρώθηκαξεστρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →