ξανακερδίζω
•
- κερδίζω ξανά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξανακερδίζω < ξανά + κερδίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξανακερδίζω | ξανακερδίζεις | ξανακερδίζει | ξανακερδίζουμε | ξανακερδίζετε | ξανακερδίζουν / ξανακερδίζουνε |
| Παρατατικός | ξανακέρδιζα | ξανακέρδιζες | ξανακέρδιζε | ξανακερδίζαμε | ξανακερδίζατε | ξανακέρδιζαν / ξανακερδίζαν / ξανακερδίζανε |
| Αόριστος | ξανακέρδισα | ξανακέρδισες | ξανακέρδισε | ξανακερδίσαμε | ξανακερδίσατε | ξανακέρδισαν / ξανακερδίσαν / ξανακερδίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξανακερδίζω / θα ξανακερδίσω | θα ξανακερδίζεις / θα ξανακερδίσεις | θα ξανακερδίζει / θα ξανακερδίσει | θα ξανακερδίζουμε / θα ξανακερδίσουμε | θα ξανακερδίζετε / θα ξανακερδίσετε | θα ξανακερδίζουν / θα ξανακερδίζουνε / θα ξανακερδίσουν / θα ξανακερδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξανακερδίσει | έχεις ξανακερδίσει | έχει ξανακερδίσει | έχουμε ξανακερδίσει | έχετε ξανακερδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξανακερδίσει | είχες ξανακερδίσει | είχε ξανακερδίσει | είχαμε ξανακερδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξανακερδίσει / να ξανακερδίζω / να ξανακερδίσω | να έχεις ξανακερδίσει / να ξανακερδίζεις / να ξανακερδίσεις | να έχει ξανακερδίσει / να ξανακερδίζει / να ξανακερδίσει | να έχουμε ξανακερδίσει / να ξανακερδίζουμε / να ξανακερδίσουμε | να έχετε ξανακερδίσει / να ξανακερδίζετε / να ξανακερδίσετε | να ξανακερδίζουν / να ξανακερδίζουνε / να ξανακερδίσουν / να ξανακερδίσουνε |
| Προστακτική | — | ξανακέρδιζε / ξανακέρδισε | — | — | ξανακερδίζετε / ξανακερδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →