κέρδος
•
- οικονομία: η θετική διαφορά μεταξύ εσόδου και εξόδου σε επιχειρηματική ή άλλου είδους οικονομική δραστηριότητα Βικιλεξικό
- όφελος, θετικό αποτέλεσμα που έχει μια κίνηση ή μια ενέργεια προς συμφέρον κάποιου Βικιλεξικό
- αυτό που κερδίζει κανείς Βικιλεξικό
- όφελος, ωφέλεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κέρδος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κέρδος < (κατά Robert S. P. Beekes) πρωτοϊνδοευρωπαϊκά: *kerd- («τέχνη, χειροτεχνία») και συγγενές του παλαιοϊρλανδικού cerd («τέχνη, χειροτεχνία· δεξιότητα»)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κέρδος | κέρδη |
| Γενική | κέρδους | κερδών |
| Αιτιατική | κέρδος | κέρδη |
| Κλητική | κέρδος | κέρδη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →