Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κέρδος

/ˈceɾ.ðos/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οικονομία: η θετική διαφορά μεταξύ εσόδου και εξόδου σε επιχειρηματική ή άλλου είδους οικονομική δραστηριότητα Βικιλεξικό
  2. όφελος, θετικό αποτέλεσμα που έχει μια κίνηση ή μια ενέργεια προς συμφέρον κάποιου Βικιλεξικό
  3. αυτό που κερδίζει κανείς Βικιλεξικό
  4. όφελος, ωφέλεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κέρδος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κέρδος < (κατά Robert S. P. Beekes) πρωτοϊνδοευρωπαϊκά: *kerd- («τέχνη, χειροτεχνία») και συγγενές του παλαιοϊρλανδικού cerd («τέχνη, χειροτεχνία· δεξιότητα»)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκέρδοςκέρδη
Γενικήκέρδουςκερδών
Αιτιατικήκέρδοςκέρδη
Κλητικήκέρδοςκέρδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →