ξαναμωραίνομαι
•
- θωπευτικόφέρομαι σαν μωρό Βικιλεξικό
- Πάει, ο παπούς ξαναμωράθηκε, μιλάει με το εγγόνι του σαν μπέμπης!
- μειωτικόπαρουσιάζω συμπτώματα άνοιας, νοσώ από άνοια, είμαι ανοϊκός (για ηλικιωμένους που έχουν γεροντική άνοια ή άλλη νευρολογική νόσο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξαναμωραίνομαι < ξανα- + μωραίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξαναμωραίνομαι | ξαναμωραίνεσαι | ξαναμωραίνεται | ξαναμωραινόμαστε | ξαναμωραίνεστε | ξαναμωραίνονται |
| Παρατατικός | ξαναμωραινόμουν / ξαναμωραινόμουνα | ξαναμωραινόσουν / ξαναμωραινόσουνα | ξαναμωραινόταν / ξαναμωραινότανε | ξαναμωραινόμασταν / ξαναμωραινόμαστε | ξαναμωραινόσασταν / ξαναμωραινόσαστε | ξαναμωραίνονταν / ξαναμωραινόντουσαν |
| Αόριστος | ξαναμωράθηκα | ξαναμωράθηκες | ξαναμωράθηκε | ξαναμωραθήκαμε | ξαναμωραθήκατε | ξαναμωράθηκαν / ξαναμωραθήκαν / ξαναμωραθήκανε |
| Μέλλοντας | θα ξαναμωραίνομαι / θα ξαναμωραθώ | θα ξαναμωραίνεσαι / θα ξαναμωραθείς | θα ξαναμωραίνεται / θα ξαναμωραθεί | θα ξαναμωραθούμε / θα ξαναμωραινόμαστε | θα ξαναμωραίνεστε / θα ξαναμωραθείτε | θα ξαναμωραίνονται / θα ξαναμωραθούν / θα ξαναμωραθούνε |
| Παρακείμενος | έχω ξαναμωραθεί | έχεις ξαναμωραθεί | έχει ξαναμωραθεί | έχουμε ξαναμωραθεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξαναμωραθεί | είχες ξαναμωραθεί | είχε ξαναμωραθεί | είχαμε ξαναμωραθεί | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξαναμωραθεί / να ξαναμωραίνομαι / να ξαναμωραθώ | να έχεις ξαναμωραθεί / να ξαναμωραίνεσαι / να ξαναμωραθείς | να έχει ξαναμωραθεί / να ξαναμωραίνεται / να ξαναμωραθεί | να έχουμε ξαναμωραθεί / να ξαναμωραθούμε / να ξαναμωραινόμαστε | να ξαναμωραίνεστε / να ξαναμωραθείτε | να ξαναμωραίνονται / να ξαναμωραθούν / να ξαναμωραθούνε |
| Προστακτική | — | — | — | — | ξαναμωραίνεστε / ξαναμωραθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →