ξεκουτιαίνω
•
- μεταβατικό και αμετάβατοκάνω κάποιον να χάσει σταδιακά τις νοητικές του δυνάμεις, συνήθως λόγω ηλικίας, να γίνει ξεκούτης Βικιλεξικό
- (αμετάβατο) Πάει, ξεκούτιανα! Δεν μπορώ να θυμηθώ τον αριθμό του κινητού μου
- (μεταβατικό) ※ Διονύσιος Σολωμός, ποίημα Η Πρωτοχρονιά @greek-language.gr
Ετυμολογία
ξεκουτιαίνω < ξε- + κουτός + -ιαίνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεκουτιαίνω | ξεκουτιαίνεις | ξεκουτιαίνει | ξεκουτιαίνουμε | ξεκουτιαίνετε | ξεκουτιαίνουν / ξεκουτιαίνουνε |
| Παρατατικός | ξεκούτιαινα | ξεκούτιαινες | ξεκούτιαινε | ξεκουτιαίναμε | ξεκουτιαίνατε | ξεκουτιαίναν / ξεκουτιαίνανε / ξεκούτιαιναν |
| Αόριστος | ξεκούτιανα | ξεκούτιανες | ξεκούτιανε | ξεκουτιάναμε | ξεκουτιάνατε | ξεκουτιάναν / ξεκουτιάνανε / ξεκούτιαναν |
| Μέλλοντας | θα ξεκουτιάνω / θα ξεκουτιαίνω | θα ξεκουτιάνεις / θα ξεκουτιαίνεις | θα ξεκουτιάνει / θα ξεκουτιαίνει | θα ξεκουτιάνουμε / θα ξεκουτιαίνουμε | θα ξεκουτιάνετε / θα ξεκουτιαίνετε | θα ξεκουτιάνουν / θα ξεκουτιάνουνε / θα ξεκουτιαίνουν / θα ξεκουτιαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεκουτιάνει | έχεις ξεκουτιάνει | έχει ξεκουτιάνει | έχουμε ξεκουτιάνει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεκουτιάνει | είχες ξεκουτιάνει | είχε ξεκουτιάνει | είχαμε ξεκουτιάνει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεκουτιάνει / να ξεκουτιάνω / να ξεκουτιαίνω | να έχεις ξεκουτιάνει / να ξεκουτιάνεις / να ξεκουτιαίνεις | να έχει ξεκουτιάνει / να ξεκουτιάνει / να ξεκουτιαίνει | να έχουμε ξεκουτιάνει / να ξεκουτιάνουμε / να ξεκουτιαίνουμε | να ξεκουτιάνετε / να ξεκουτιαίνετε | να ξεκουτιάνουν / να ξεκουτιάνουνε / να ξεκουτιαίνουν / να ξεκουτιαίνουνε |
| Προστακτική | — | ξεκούτιαινε / ξεκούτιανε | — | — | ξεκουτιάντε / ξεκουτιαίνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεκουτιαίνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →