ξεθάβω
•
- σκάβω και βγάζω από το χώμα κάποιον/κάτι που ήταν θαμμένο(ς) Βικιλεξικό
- συνηθίζεται μετά από τρία χρόνια να ξεθάβουν τους νεκρούς και να μεταφέρουν τα οστά τους στο οστεοφυλάκιο
- μεταφορικάφέρνω ξανά στην επιφάνεια κάτι ξεχασμένο Βικιλεξικό
- πού πήγες και ξέθαψες αυτή την υπόθεση!
Ετυμολογία
ξεθάβω < ξε- + θάβω (ή < (ελληνιστική κοινή))
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεθάβω | ξεθάβεις | ξεθάβει | ξεθάβουμε | ξεθάβετε | ξεθάβουν / ξεθάβουνε |
| Παρατατικός | ξέθαβα | ξέθαβες | ξέθαβε | ξεθάβαμε | ξεθάβατε | ξέθαβαν / ξεθάβαν / ξεθάβανε |
| Αόριστος | ξέθαψα | ξέθαψες | ξέθαψε | ξεθάψαμε | ξεθάψατε | ξέθαψαν / ξεθάψαν / ξεθάψανε |
| Μέλλοντας | θα ξεθάβω / θα ξεθάψω | θα ξεθάβεις / θα ξεθάψεις | θα ξεθάβει / θα ξεθάψει | θα ξεθάβουμε / θα ξεθάψουμε | θα ξεθάβετε / θα ξεθάψετε | θα ξεθάβουν / θα ξεθάβουνε / θα ξεθάψουν / θα ξεθάψουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεθάψει | έχεις ξεθάψει | έχει ξεθάψει | έχουμε ξεθάψει | έχετε ξεθάψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεθάψει | είχες ξεθάψει | είχε ξεθάψει | είχαμε ξεθάψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεθάψει / να ξεθάβω / να ξεθάψω | να έχεις ξεθάψει / να ξεθάβεις / να ξεθάψεις | να έχει ξεθάψει / να ξεθάβει / να ξεθάψει | να έχουμε ξεθάψει / να ξεθάβουμε / να ξεθάψουμε | να έχετε ξεθάψει / να ξεθάβετε / να ξεθάψετε | να ξεθάβουν / να ξεθάβουνε / να ξεθάψουν / να ξεθάψουνε |
| Προστακτική | — | ξέθαβε / ξέθαψε | — | — | ξεθάβετε / ξεθάψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →