Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεκούραση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η κατάσταση στην οποία κάποιος αποφεύγει την εργασία, ώστε να ανακτήσει τις δυνάμεις του και να αναπτύξει και άλλες δραστηριότητες Βικιλεξικό
  2. η αίσθηση που έχει κάποιος που απαλλάσσεται από την κούραση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεκούραση < ξε- + κούραση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεκούραση—
Γενικήξεκούρασης—
Αιτιατικήξεκούραση—
Κλητικήξεκούραση—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →