ξεκούραση
•
- η κατάσταση στην οποία κάποιος αποφεύγει την εργασία, ώστε να ανακτήσει τις δυνάμεις του και να αναπτύξει και άλλες δραστηριότητες Βικιλεξικό
- η αίσθηση που έχει κάποιος που απαλλάσσεται από την κούραση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεκούραση < ξε- + κούραση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεκούραση | — |
| Γενική | ξεκούρασης | — |
| Αιτιατική | ξεκούραση | — |
| Κλητική | ξεκούραση | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →