ξενίζω
•
- παραξενεύω, εκπλήσσω Βικιλεξικό
- φαίνομαι ή φέρομαι σαν ξένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξενίζω < αρχαία ελληνική ξενίζω (φιλοξενώ) < ξένος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξενίζω | ξενίζεις | ξενίζει | ξενίζουμε | ξενίζετε | ξενίζουν / ξενίζουνε |
| Παρατατικός | ξένιζα | ξένιζες | ξένιζε | ξενίζαμε | ξενίζατε | ξένιζαν / ξενίζαν / ξενίζανε |
| Αόριστος | ξένισα | ξένισες | ξένισε | ξενίσαμε | ξενίσατε | ξένισαν / ξενίσαν / ξενίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξενίζω / θα ξενίσω | θα ξενίζεις / θα ξενίσεις | θα ξενίζει / θα ξενίσει | θα ξενίζουμε / θα ξενίσουμε | θα ξενίζετε / θα ξενίσετε | θα ξενίζουν / θα ξενίζουνε / θα ξενίσουν / θα ξενίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξενίσει | έχεις ξενίσει | έχει ξενίσει | έχουμε ξενίσει | έχετε ξενίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξενίσει | είχες ξενίσει | είχε ξενίσει | είχαμε ξενίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξενίσει / να ξενίζω / να ξενίσω | να έχεις ξενίσει / να ξενίζεις / να ξενίσεις | να έχει ξενίσει / να ξενίζει / να ξενίσει | να έχουμε ξενίσει / να ξενίζουμε / να ξενίσουμε | να έχετε ξενίσει / να ξενίζετε / να ξενίσετε | να ξενίζουν / να ξενίζουνε / να ξενίσουν / να ξενίσουνε |
| Προστακτική | — | ξένιζε / ξένισε | — | — | ξενίζετε / ξενίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →