ξενιτεμός
•
- η μακρόχρονη διαμονή σε ξένη χώρα, ως αποτέλεσμα οικονομικής ή άλλης ανάγκης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξενιτεμός < ξενιτεύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξενιτεμός | ξενιτεμοί |
| Γενική | ξενιτεμού | ξενιτεμών |
| Αιτιατική | ξενιτεμό | ξενιτεμούς |
| Κλητική | ξενιτεμέ | ξενιτεμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →