ξενοδουλεύω
•
- εργάζομαι σε δουλειές ξένων, δεν έχω δική μου επιχείρηση ή ακινητη περιουσία, είμαι μεροκαματιάρης και ζω από τα μεροκάματα που κάνω (συνήθως για γυναίκες που δούλευαν σε ξένα σπίτια πλένοντας και μαγειρεύοντας) Βικιλεξικό
- Στην αρχή ξενοδούλευε η μάνα να βγάλει το ψωμί τους μα τι να πρωτοπληρώσει με το κέντημά της; (Πηνελόπη Δέλτα (1921) Το γραφτό [διήγημα])
Ετυμολογία
ξενοδουλεύω < ξένος + δουλεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξενοδουλεύω | ξενοδουλεύεις | ξενοδουλεύει | ξενοδουλεύουμε | ξενοδουλεύετε | ξενοδουλεύουν / ξενοδουλεύουνε |
| Παρατατικός | ξενοδούλευα | ξενοδούλευες | ξενοδούλευε | ξενοδουλεύαμε | ξενοδουλεύατε | ξενοδουλεύαν / ξενοδουλεύανε / ξενοδούλευαν |
| Αόριστος | ξενοδούλεψα | ξενοδούλεψες | ξενοδούλεψε | ξενοδουλέψαμε | ξενοδουλέψατε | ξενοδουλέψαν / ξενοδουλέψανε / ξενοδούλεψαν |
| Μέλλοντας | θα ξενοδουλέψω / θα ξενοδουλεύω | θα ξενοδουλέψεις / θα ξενοδουλεύεις | θα ξενοδουλέψει / θα ξενοδουλεύει | θα ξενοδουλέψουμε / θα ξενοδουλεύουμε | θα ξενοδουλέψετε / θα ξενοδουλεύετε | θα ξενοδουλέψουν / θα ξενοδουλέψουνε / θα ξενοδουλεύουν / θα ξενοδουλεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξενοδουλέψει | έχεις ξενοδουλέψει | έχει ξενοδουλέψει | έχουμε ξενοδουλέψει | έχετε ξενοδουλέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξενοδουλέψει | είχες ξενοδουλέψει | είχε ξενοδουλέψει | είχαμε ξενοδουλέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξενοδουλέψει / να ξενοδουλέψω / να ξενοδουλεύω | να έχεις ξενοδουλέψει / να ξενοδουλέψεις / να ξενοδουλεύεις | να έχει ξενοδουλέψει / να ξενοδουλέψει / να ξενοδουλεύει | να έχουμε ξενοδουλέψει / να ξενοδουλέψουμε / να ξενοδουλεύουμε | να έχετε ξενοδουλέψει / να ξενοδουλέψετε / να ξενοδουλεύετε | να ξενοδουλέψουν / να ξενοδουλέψουνε / να ξενοδουλεύουν / να ξενοδουλεύουνε |
| Προστακτική | — | ξενοδούλευε / ξενοδούλεψε | — | — | ξενοδουλέψτε / ξενοδουλεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →