Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξενοιασιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ανεμελιά, η αίσθηση ότι είσαι αμέριμνος, δικαιολογημένα ανεύθυνος, ότι δεν κουβαλάς ψυχικό βάρος ή υποχρεώσεις, ότι είσαι ελεύθερος από κάθε έγνοια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξενοιασιά < ξενοιάζω ξενοιασ- + -ιά. Δείτε και το μεσαιωνικό ξέγνοιαστος και ἀξέγνοιαστος < ξε- και ἐγνοιάζομαι < ἔννοια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξενοιασιάξενοιασιές
Γενικήξενοιασιάςξενοιασιών
Αιτιατικήξενοιασιάξενοιασιές
Κλητικήξενοιασιάξενοιασιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →