ξενοιασιά
•
- η ανεμελιά, η αίσθηση ότι είσαι αμέριμνος, δικαιολογημένα ανεύθυνος, ότι δεν κουβαλάς ψυχικό βάρος ή υποχρεώσεις, ότι είσαι ελεύθερος από κάθε έγνοια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξενοιασιά < ξενοιάζω ξενοιασ- + -ιά. Δείτε και το μεσαιωνικό ξέγνοιαστος και ἀξέγνοιαστος < ξε- και ἐγνοιάζομαι < ἔννοια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξενοιασιά | ξενοιασιές |
| Γενική | ξενοιασιάς | ξενοιασιών |
| Αιτιατική | ξενοιασιά | ξενοιασιές |
| Κλητική | ξενοιασιά | ξενοιασιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →