ξενοικιάζω
•
- λύνω το συμβόλαιο ενοικίασης που είχα υπογράψει με τον ιδιοκτήτη ενός ακινήτου ή αντίθετα με τον ενοκιαστή Βικιλεξικό
- Θα πουλήσω το σπίτι και πρέπει να το ξενοικιάσω
- Βρήκα χαμηλότερο ενοικιο και θα ξενοικιάσω το τριάρι που κρατάω τώρα στα Πατήσια
Ετυμολογία
ξενοικιάζω < ξε και νοικιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξενοικιάζω | ξενοικιάζεις | ξενοικιάζει | ξενοικιάζουμε | ξενοικιάζετε | ξενοικιάζουν / ξενοικιάζουνε |
| Παρατατικός | ξενοίκιαζα | ξενοίκιαζες | ξενοίκιαζε | ξενοικιάζαμε | ξενοικιάζατε | ξενοίκιαζαν / ξενοικιάζαν / ξενοικιάζανε |
| Αόριστος | ξενοίκιασα | ξενοίκιασες | ξενοίκιασε | ξενοικιάσαμε | ξενοικιάσατε | ξενοίκιασαν / ξενοικιάσαν / ξενοικιάσανε |
| Μέλλοντας | θα ξενοικιάζω / θα ξενοικιάσω | θα ξενοικιάζεις / θα ξενοικιάσεις | θα ξενοικιάζει / θα ξενοικιάσει | θα ξενοικιάζουμε / θα ξενοικιάσουμε | θα ξενοικιάζετε / θα ξενοικιάσετε | θα ξενοικιάζουν / θα ξενοικιάζουνε / θα ξενοικιάσουν / θα ξενοικιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξενοικιάσει | έχεις ξενοικιάσει | έχει ξενοικιάσει | έχουμε ξενοικιάσει | έχετε ξενοικιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξενοικιάσει | είχες ξενοικιάσει | είχε ξενοικιάσει | είχαμε ξενοικιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξενοικιάσει / να ξενοικιάζω / να ξενοικιάσω | να έχεις ξενοικιάσει / να ξενοικιάζεις / να ξενοικιάσεις | να έχει ξενοικιάσει / να ξενοικιάζει / να ξενοικιάσει | να έχουμε ξενοικιάσει / να ξενοικιάζουμε / να ξενοικιάσουμε | να έχετε ξενοικιάσει / να ξενοικιάζετε / να ξενοικιάσετε | να ξενοικιάζουν / να ξενοικιάζουνε / να ξενοικιάσουν / να ξενοικιάσουνε |
| Προστακτική | — | ξενοίκιαζε / ξενοίκιασε | — | — | ξενοικιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξενοικιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →