ξενοτροπία
•
- Η χρήση ή η μίμηση τρόπων, συμπεριφορών, εθίμων που είναι ξένοι σε ένα πολιτισμικό περιβάλλον Βικιλεξικό
- Αν και είμαστε οι μόνοι Έλληνες ανάμεσα σε πενήντα Γάλλους στο γραφείο, η ξενοτροπία μας δεν ενοχλεί κανέναν
- ξενομανία, ξενολατρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξενοτροπία < ξένος + -ο- + τροπία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξενοτροπία | ξενοτροπίες |
| Γενική | ξενοτροπίας | ξενοτροπιών |
| Αιτιατική | ξενοτροπία | ξενοτροπίες |
| Κλητική | ξενοτροπία | ξενοτροπίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →