Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεπεσμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η κοινωνική ή προσωπική παρακμή, η μετάβαση από μια ανθηρή, ακμαία, δημιουργική κατάσταση σε μια υποδεέστερη (οικονομική, κοινωνική, επαγγελματική, ηθική ή ψυχική) Βικιλεξικό
    • «Ο ξεπεσμός της Ελλάδας είναι της ψυχής ξεπεσμός κι από το προφητικό του ύφος (του Παλαμά) βλέπεις με μιας ολάκερη την κατηφορική γραμμή» (Κ. Τσάτσος για το "Δωδεκάλογο του Γύφτου")

Ετυμολογία

ξεπεσμός < ξεπέφτω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεπεσμόςξεπεσμοί
Γενικήξεπεσμούξεπεσμών
Αιτιατικήξεπεσμόξεπεσμούς
Κλητικήξεπεσμέξεπεσμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →