ξεσκατίζω
•
- καθαρίζω ένα άτομο, συνήθως άρρωστο ή μωρό, από τα κόπρανα Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαθαρίζω κάπου που υπάρχει υπερβολική βρομιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεσκατίζω < ξε- + σκατά + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεσκατίζω | ξεσκατίζεις | ξεσκατίζει | ξεσκατίζουμε | ξεσκατίζετε | ξεσκατίζουν / ξεσκατίζουνε |
| Παρατατικός | ξεσκάτιζα | ξεσκάτιζες | ξεσκάτιζε | ξεσκατίζαμε | ξεσκατίζατε | ξεσκάτιζαν / ξεσκατίζαν / ξεσκατίζανε |
| Αόριστος | ξεσκάτισα | ξεσκάτισες | ξεσκάτισε | ξεσκατίσαμε | ξεσκατίσατε | ξεσκάτισαν / ξεσκατίσαν / ξεσκατίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεσκατίζω / θα ξεσκατίσω | θα ξεσκατίζεις / θα ξεσκατίσεις | θα ξεσκατίζει / θα ξεσκατίσει | θα ξεσκατίζουμε / θα ξεσκατίσουμε | θα ξεσκατίζετε / θα ξεσκατίσετε | θα ξεσκατίζουν / θα ξεσκατίζουνε / θα ξεσκατίσουν / θα ξεσκατίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεσκατίσει | έχεις ξεσκατίσει | έχει ξεσκατίσει | έχουμε ξεσκατίσει | έχετε ξεσκατίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεσκατίσει | είχες ξεσκατίσει | είχε ξεσκατίσει | είχαμε ξεσκατίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεσκατίσει / να ξεσκατίζω / να ξεσκατίσω | να έχεις ξεσκατίσει / να ξεσκατίζεις / να ξεσκατίσεις | να έχει ξεσκατίσει / να ξεσκατίζει / να ξεσκατίσει | να έχουμε ξεσκατίσει / να ξεσκατίζουμε / να ξεσκατίσουμε | να έχετε ξεσκατίσει / να ξεσκατίζετε / να ξεσκατίσετε | να ξεσκατίζουν / να ξεσκατίζουνε / να ξεσκατίσουν / να ξεσκατίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεσκάτιζε / ξεσκάτισε | — | — | ξεσκατίζετε / ξεσκατίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →