ξεφράζω
•
- ξεβουλώνω νεροχύτη ή άλλες υδραυλικές εγκαταστάσεις που έχουν φραγεί Βικιλεξικό
- απομακρύνω ένα φράγμα που είχε τοποθετηθεί σκόπιμα κατά το παρελθόν, όπως π.χ. ένα φράχτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεφράζω < μεσαιωνική ελληνική < από το ἐξέφρασσον, αόριστο του < ελληνιστικού ή ίσως και μεταγενέστερου ἐκφράσσω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεφράζω | ξεφράζεις | ξεφράζει | ξεφράζουμε | ξεφράζετε | ξεφράζουν / ξεφράζουνε |
| Παρατατικός | ξέφραζα | ξέφραζες | ξέφραζε | ξεφράζαμε | ξεφράζατε | ξέφραζαν / ξεφράζαν / ξεφράζανε |
| Αόριστος | ξέφραξα | ξέφραξες | ξέφραξε | ξεφράξαμε | ξεφράξατε | ξέφραξαν / ξεφράξαν / ξεφράξανε |
| Μέλλοντας | θα ξεφράζω / θα ξεφράξω | θα ξεφράζεις / θα ξεφράξεις | θα ξεφράζει / θα ξεφράξει | θα ξεφράζουμε / θα ξεφράξουμε | θα ξεφράζετε / θα ξεφράξετε | θα ξεφράζουν / θα ξεφράζουνε / θα ξεφράξουν / θα ξεφράξουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεφράξει | έχεις ξεφράξει | έχει ξεφράξει | έχουμε ξεφράξει | έχετε ξεφράξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεφράξει | είχες ξεφράξει | είχε ξεφράξει | είχαμε ξεφράξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεφράξει / να ξεφράζω / να ξεφράξω | να έχεις ξεφράξει / να ξεφράζεις / να ξεφράξεις | να έχει ξεφράξει / να ξεφράζει / να ξεφράξει | να έχουμε ξεφράξει / να ξεφράζουμε / να ξεφράξουμε | να έχετε ξεφράξει / να ξεφράζετε / να ξεφράξετε | να ξεφράζουν / να ξεφράζουνε / να ξεφράξουν / να ξεφράξουνε |
| Προστακτική | — | ξέφραζε / ξέφραξε | — | — | ξεφράζετε / ξεφράξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →