Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεφτέρι

/kseˈfte.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. πτηνόλαϊκή ονομασία αρπαχτικού πουλιού (Accipiter nisus) που μοιάζει με γεράκι με χαρακτηριστικό ξανθό χρώμα στα φτερά των ποδιών, πάρα πολύ γρήγορο σε σημείο να μπορεί να συλλαμβάνει μικρά πουλιά στον αέρα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπολύ εύστροφος και έξυπνος άνθρωπος, κάποιος που γνωρίζει πολύ καλά ένα αντικείμενο ή έναν τομέα σε βαθμό που να είναι πολύ γρήγορος στην εξεύρεση λύσεων και την αντιμετώπιση καταστάσεων σε σχέση με το αντικείμενο Βικιλεξικό
    • Έχει γίνει πια ξεφτέρι στη δουλειά που κάνει.
    • Είναι ξεφτέρι στα φιλολογικά αλλά σκράπας στη βιολογία.
  3. δείτε και τα ξεφτέρια, τα εξαπτέρυγα της Εκκλησίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεφτέρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξεφτέριν < ξυπτέριν < ἐξυπτέριον < ελληνιστική κοινή ὀξυπτέριον (για το γεράκι και την ταχύτητά του) με ανομοίωση της άρθρωσης [pt] > [ft] και επίδραση του ξε- < αρχαία ελληνική ὀξύπτερος (με οξείες πτέρυγες, που κινεί γρήγορα τα φτερά) < ὀξύς + πτερ(όν) + -ος. Διαφορετικής ετυμολογίας το ὠκύπτερος < ὠκύς (γρήγορος). Συγγενής η ποντιακή ξυφτέριν. Επίσης, το τσίφτης, η αλβανική qift. Κατά τον Μπαμπινιώτη, λιγότερο πιθανή είναι η ετυμολογική σύνδεση με τη λατινική accipiter (με αιχμηρά φτερά,δείτε accus).

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεφτέριξεφτέρια
Γενικήξεφτεριούξεφτεριών
Αιτιατικήξεφτέριξεφτέρια
Κλητικήξεφτέριξεφτέρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →