Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γεράκι

/ʝeˈɾa.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. πτηνόγενική ονομασία αρπαχτικών ημερόβιων πτηνών με γαμψά νύχια και ράμφος, μακριές φτερούγες και οξύτατη όραση Βικιλεξικό
    • Το φως του φακού έπεσε πάνω σε πουλιά που στέκονταν πάνω σε σιδερένιες βάσεις οι οποίες ήταν σφηνωμένες στους τοίχους. Στην αρχή όλοι έκαναν πίσω φοβισμένοι, γιατί τα πουλιά, αετοί και γεράκια, φαίνονταν έτοιμα να πετάξουν, σαν να ήταν ζωντανά (Χρύσα Σπυροπούλου, Αναζητώντας το χρυσόμαλλο δέρας, εκδόσεις Καστανιώτη, 2013)
  2. μεταφορικάο φιλοπόλεμος αξιωματούχος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γεράκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γεράκιν < ἱεράκιον < αρχαία ελληνική ἱέραξ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγεράκιγεράκια
Γενικήγερακιούγερακιών
Αιτιατικήγεράκιγεράκια
Κλητικήγεράκιγεράκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →