κιρκινέζι
•
- λαϊκόλαϊκή ονομασία του προστατευόμενου είδους γερακιού με τη διεθνή επιστημονική ονομασία Falco naumanni το οποίο ζει, συνήθως, σε σμήνη και κοντά σε κατοικημένες περιοχές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιρκινέζι < τουρκική kerkenez (< προέλευσης από τη μεσαιωνική ελληνική κερχνηίς) ::Λιγότερο πιθανή είναι η σύνδεση με την αρχαία ελληνική κίρκος (δείτε και Κίρκη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιρκινέζι | κιρκινέζια |
| Γενική | κιρκινεζιού | κιρκινεζιών |
| Αιτιατική | κιρκινέζι | κιρκινέζια |
| Κλητική | κιρκινέζι | κιρκινέζια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →