ευτελίζω
•
- μειώνω την αξία ή το κύρος (π.χ. ενός θεσμού, μιας ιδέας, ενός όντος). Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευτελίζω < ευτελής (< ευ + τέλος) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ευτελίζω | ευτελίζεις | ευτελίζει | ευτελίζουμε | ευτελίζετε | ευτελίζουν / ευτελίζουνε |
| Παρατατικός | ευτέλιζα | ευτέλιζες | ευτέλιζε | ευτελίζαμε | ευτελίζατε | ευτέλιζαν / ευτελίζαν / ευτελίζανε |
| Αόριστος | ευτέλισα | ευτέλισες | ευτέλισε | ευτελίσαμε | ευτελίσατε | ευτέλισαν / ευτελίσαν / ευτελίσανε |
| Μέλλοντας | θα ευτελίζω / θα ευτελίσω | θα ευτελίζεις / θα ευτελίσεις | θα ευτελίζει / θα ευτελίσει | θα ευτελίζουμε / θα ευτελίσουμε | θα ευτελίζετε / θα ευτελίσετε | θα ευτελίζουν / θα ευτελίζουνε / θα ευτελίσουν / θα ευτελίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ευτελίσει | έχεις ευτελίσει | έχει ευτελίσει | έχουμε ευτελίσει | έχετε ευτελίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ευτελίσει | είχες ευτελίσει | είχε ευτελίσει | είχαμε ευτελίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ευτελίσει / να ευτελίζω / να ευτελίσω | να έχεις ευτελίσει / να ευτελίζεις / να ευτελίσεις | να έχει ευτελίσει / να ευτελίζει / να ευτελίσει | να έχουμε ευτελίσει / να ευτελίζουμε / να ευτελίσουμε | να έχετε ευτελίσει / να ευτελίζετε / να ευτελίσετε | να ευτελίζουν / να ευτελίζουνε / να ευτελίσουν / να ευτελίσουνε |
| Προστακτική | — | ευτέλιζε / ευτέλισε | — | — | ευτελίζετε / ευτελίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →