Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευτελίζω

ρήμα
•
  1. μειώνω την αξία ή το κύρος (π.χ. ενός θεσμού, μιας ιδέας, ενός όντος). Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευτελίζω < ευτελής (< ευ + τέλος) + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςευτελίζωευτελίζειςευτελίζειευτελίζουμεευτελίζετεευτελίζουν / ευτελίζουνε
Παρατατικόςευτέλιζαευτέλιζεςευτέλιζεευτελίζαμεευτελίζατεευτέλιζαν / ευτελίζαν / ευτελίζανε
Αόριστοςευτέλισαευτέλισεςευτέλισεευτελίσαμεευτελίσατεευτέλισαν / ευτελίσαν / ευτελίσανε
Μέλλονταςθα ευτελίζω / θα ευτελίσωθα ευτελίζεις / θα ευτελίσειςθα ευτελίζει / θα ευτελίσειθα ευτελίζουμε / θα ευτελίσουμεθα ευτελίζετε / θα ευτελίσετεθα ευτελίζουν / θα ευτελίζουνε / θα ευτελίσουν / θα ευτελίσουνε
Παρακείμενοςέχω ευτελίσειέχεις ευτελίσειέχει ευτελίσειέχουμε ευτελίσειέχετε ευτελίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ευτελίσειείχες ευτελίσειείχε ευτελίσειείχαμε ευτελίσει——
Υποτακτικήνα έχω ευτελίσει / να ευτελίζω / να ευτελίσωνα έχεις ευτελίσει / να ευτελίζεις / να ευτελίσειςνα έχει ευτελίσει / να ευτελίζει / να ευτελίσεινα έχουμε ευτελίσει / να ευτελίζουμε / να ευτελίσουμενα έχετε ευτελίσει / να ευτελίζετε / να ευτελίσετενα ευτελίζουν / να ευτελίζουνε / να ευτελίσουν / να ευτελίσουνε
Προστακτική—ευτέλιζε / ευτέλισε——ευτελίζετε / ευτελίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →