ξεφωνίζω
•
- φωνάζω δυνατά και συνήθως σε τόνους οξείς, κραυγάζω, τσιρίζω Βικιλεξικό
- λαϊκότροποαποδοκιμάζω ένα άτομο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεφωνίζω < μεσαιωνική ελληνική από τον αόριστο ἐξεφώνησα < (ελληνιστική κοινή) ἐκφωνέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεφωνίζω | ξεφωνίζεις | ξεφωνίζει | ξεφωνίζουμε | ξεφωνίζετε | ξεφωνίζουν / ξεφωνίζουνε |
| Παρατατικός | ξεφώνιζα | ξεφώνιζες | ξεφώνιζε | ξεφωνίζαμε | ξεφωνίζατε | ξεφωνίζαν / ξεφωνίζανε / ξεφώνιζαν |
| Αόριστος | ξεφώνισα | ξεφώνισες | ξεφώνισε | ξεφωνίσαμε | ξεφωνίσατε | ξεφωνίσαν / ξεφωνίσανε / ξεφώνισαν |
| Μέλλοντας | θα ξεφωνίζω / θα ξεφωνίσω | θα ξεφωνίζεις / θα ξεφωνίσεις | θα ξεφωνίζει / θα ξεφωνίσει | θα ξεφωνίζουμε / θα ξεφωνίσουμε | θα ξεφωνίζετε / θα ξεφωνίσετε | θα ξεφωνίζουν / θα ξεφωνίζουνε / θα ξεφωνίσουν / θα ξεφωνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεφωνίσει | έχεις ξεφωνίσει | έχει ξεφωνίσει | έχουμε ξεφωνίσει | έχετε ξεφωνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεφωνίσει | είχες ξεφωνίσει | είχε ξεφωνίσει | είχαμε ξεφωνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεφωνίσει / να ξεφωνίζω / να ξεφωνίσω | να έχεις ξεφωνίσει / να ξεφωνίζεις / να ξεφωνίσεις | να έχει ξεφωνίσει / να ξεφωνίζει / να ξεφωνίσει | να έχουμε ξεφωνίσει / να ξεφωνίζουμε / να ξεφωνίσουμε | να έχετε ξεφωνίσει / να ξεφωνίζετε / να ξεφωνίσετε | να ξεφωνίζουν / να ξεφωνίζουνε / να ξεφωνίσουν / να ξεφωνίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεφώνιζε / ξεφώνισε | — | — | ξεφωνίζετε / ξεφωνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →