εκφωνώ
•
- διαβάζω ή λέω κάτι μεγαλόφωνα και με (κάποια) επισημότητα Βικιλεξικό
- Εγώ αγκαλά και να αγροικούσα κομμάτι την ελληνικήν πεζογραφίαν μού εφάνη κατά πρώτην φοράν ο Όμηρος κατά πολλά δύσκολος, αλλά ενοστιμεύθηκα πολύ τους στίχους και δεν έκανα άλλο παρά να τους εκφωνώ μοναχή μου.
Ετυμολογία
εκφωνώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐκφωνῶ, συνηρημένος τύπος του ἐκφωνέω < αρχαία ελληνική ἐκ + φωνέω / φωνῶ < φωνή
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκφωνώ | εκφωνείς | εκφωνεί | εκφωνούμε | εκφωνείτε | εκφωνούν / εκφωνούνε |
| Παρατατικός | εκφωνούσα | εκφωνούσες | εκφωνούσε | εκφωνούσαμε | εκφωνούσατε | εκφωνούσαν / εκφωνούσανε |
| Αόριστος | εκφώνησα | εκφώνησες | εκφώνησε | εκφωνήσαμε | εκφωνήσατε | εκφωνήσαν / εκφωνήσανε / εκφώνησαν |
| Μέλλοντας | θα εκφωνήσω / θα εκφωνώ | θα εκφωνήσεις / θα εκφωνείς | θα εκφωνήσει / θα εκφωνεί | θα εκφωνήσουμε / θα εκφωνούμε | θα εκφωνήσετε / θα εκφωνείτε | θα εκφωνήσουν / θα εκφωνήσουνε / θα εκφωνούν / θα εκφωνούνε |
| Παρακείμενος | έχω εκφωνήσει | έχεις εκφωνήσει | έχει εκφωνήσει | έχουμε εκφωνήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκφωνήσει | είχες εκφωνήσει | είχε εκφωνήσει | είχαμε εκφωνήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκφωνήσει / να εκφωνήσω / να εκφωνώ | να έχεις εκφωνήσει / να εκφωνήσεις / να εκφωνείς | να έχει εκφωνήσει / να εκφωνήσει / να εκφωνεί | να έχουμε εκφωνήσει / να εκφωνήσουμε / να εκφωνούμε | να εκφωνήσετε / να εκφωνείτε | να εκφωνήσουν / να εκφωνήσουνε / να εκφωνούν / να εκφωνούνε |
| Προστακτική | — | έχε εκφωνημένο / εκφώνησε | — | — | εκφωνήστε / εκφωνείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκφωνούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →