Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεχεριάζω

ρήμα
•
  1. κουράζω τα χέρια κάποιου Βικιλεξικό
    • Κουβάλα κι εσύ κάτι, όλα εγώ θα τα σηκώσω; Με ξεχέριασες!
    • Μην τραβάς τόσο δυνατά, γιατί θα με ξεχεριάσεις· δεν μπορώ να κρατήσω τόση αντίσταση
  2. παθητική φωνήξεχεριάζομαι: καταπονούνται τα δικά μου χέρια Βικιλεξικό
    • Ξεχεριάστηκα με το κουβάλημα

Ετυμολογία

ξεχεριάζω < ξε- + χεριάζω

Άλλοι τύποι

ξεχεριάζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →