ξεχεριάζω
•
- κουράζω τα χέρια κάποιου Βικιλεξικό
- Κουβάλα κι εσύ κάτι, όλα εγώ θα τα σηκώσω; Με ξεχέριασες!
- Μην τραβάς τόσο δυνατά, γιατί θα με ξεχεριάσεις· δεν μπορώ να κρατήσω τόση αντίσταση
- παθητική φωνήξεχεριάζομαι: καταπονούνται τα δικά μου χέρια Βικιλεξικό
- Ξεχεριάστηκα με το κουβάλημα
Ετυμολογία
ξεχεριάζω < ξε- + χεριάζω
Άλλοι τύποι
ξεχεριάζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →