χεριάζω
•
- χτυπώ κάποιον με τα χέρια μου, καταχεριάζω και καταχεριζω Βικιλεξικό
- πιάνω κάτι, το βάζω στο χέρι μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χεριάζω < μεσαιωνική ελληνική
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χεριάζω | χεριάζεις | χεριάζει | χεριάζουμε | χεριάζετε | χεριάζουν / χεριάζουνε |
| Παρατατικός | χέριαζα | χέριαζες | χέριαζε | χεριάζαμε | χεριάζατε | χέριαζαν / χεριάζαν / χεριάζανε |
| Αόριστος | χέριασα | χέριασες | χέριασε | χεριάσαμε | χεριάσατε | χέριασαν / χεριάσαν / χεριάσανε |
| Μέλλοντας | θα χεριάζω / θα χεριάσω | θα χεριάζεις / θα χεριάσεις | θα χεριάζει / θα χεριάσει | θα χεριάζουμε / θα χεριάσουμε | θα χεριάζετε / θα χεριάσετε | θα χεριάζουν / θα χεριάζουνε / θα χεριάσουν / θα χεριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χεριάσει | έχεις χεριάσει | έχει χεριάσει | έχουμε χεριάσει | έχετε χεριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χεριάσει | είχες χεριάσει | είχε χεριάσει | είχαμε χεριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χεριάσει / να χεριάζω / να χεριάσω | να έχεις χεριάσει / να χεριάζεις / να χεριάσεις | να έχει χεριάσει / να χεριάζει / να χεριάσει | να έχουμε χεριάσει / να χεριάζουμε / να χεριάσουμε | να έχετε χεριάσει / να χεριάζετε / να χεριάσετε | να χεριάζουν / να χεριάζουνε / να χεριάσουν / να χεριάσουνε |
| Προστακτική | — | χέριαζε / χέριασε | — | — | χεριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χεριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →