ξηροφαγία
•
- το να τρώει κανείς ξηρά τροφή, πρόχειρο γεύμα κι όχι μαγειρεμένο φαγητό Βικιλεξικό
- ειδικότεραδίαιτα με ξηρά τροφή και αποφυγή των υγρών Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηνηστεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξηροφαγία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ξηροφαγία < ξηροφαγῶ, -έω < αρχαία ελληνική ξηρός ξηρο- + -φαγία. Συγκρίνετε με το ξεροφαγία.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξηροφαγία | ξηροφαγίες |
| Γενική | ξηροφαγίας | ξηροφαγιών |
| Αιτιατική | ξηροφαγία | ξηροφαγίες |
| Κλητική | ξηροφαγία | ξηροφαγίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →