Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξηροφαγία

/ksi.ɾo.faˈʝi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να τρώει κανείς ξηρά τροφή, πρόχειρο γεύμα κι όχι μαγειρεμένο φαγητό Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραδίαιτα με ξηρά τροφή και αποφυγή των υγρών Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηνηστεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξηροφαγία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ξηροφαγία < ξηροφαγῶ, -έω < αρχαία ελληνική ξηρός ξηρο- + -φαγία. Συγκρίνετε με το ξεροφαγία.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξηροφαγίαξηροφαγίες
Γενικήξηροφαγίαςξηροφαγιών
Αιτιατικήξηροφαγίαξηροφαγίες
Κλητικήξηροφαγίαξηροφαγίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →