ξιπάζομαι
•
- τρομάζω, ξαφνιάζομαι Βικιλεξικό
- έχω πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξιπάζομαι < παθητική φωνή του ρήματος ξιπάζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξιπάζομαι | ξιπάζεσαι | ξιπάζεται | ξιπαζόμαστε | ξιπάζεστε | ξιπάζονται |
| Παρατατικός | ξιπαζόμουν / ξιπαζόμουνα | ξιπαζόσουν / ξιπαζόσουνα | ξιπαζόταν / ξιπαζότανε | ξιπαζόμασταν / ξιπαζόμαστε | ξιπαζόσασταν / ξιπαζόσαστε | ξιπάζονταν / ξιπαζόντουσαν |
| Αόριστος | ξιπάστηκα | ξιπάστηκες | ξιπάστηκε | ξιπαστήκαμε | ξιπαστήκατε | ξιπάστηκαν / ξιπαστήκαν / ξιπαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα ξιπάζομαι / θα ξιπαστώ | θα ξιπάζεσαι / θα ξιπαστείς | θα ξιπάζεται / θα ξιπαστεί | θα ξιπαζόμαστε / θα ξιπαστούμε | θα ξιπάζεστε / θα ξιπαστείτε | θα ξιπάζονται / θα ξιπαστούν / θα ξιπαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω ξιπαστεί | έχεις ξιπαστεί | έχει ξιπαστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξιπαστεί | είχες ξιπαστεί | είχε ξιπαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξιπαστεί / να ξιπάζομαι / να ξιπαστώ | να έχεις ξιπαστεί / να ξιπάζεσαι / να ξιπαστείς | να έχει ξιπαστεί / να ξιπάζεται / να ξιπαστεί | να ξιπαζόμαστε / να ξιπαστούμε | να ξιπάζεστε / να ξιπαστείτε | να ξιπάζονται / να ξιπαστούν / να ξιπαστούνε |
| Προστακτική | — | ξιπάζου / ξιπάσου | — | — | ξιπάζεστε / ξιπαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →