κομπάζω
•
- λόγιομιλώ με αλαζονεία για τον εαυτό μου ή τις πράξεις μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κομπάζω < αρχαία ελληνική κομπάζω < κομπέω < κόμπος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κομπάζω | κομπάζεις | κομπάζει | κομπάζουμε | κομπάζετε | κομπάζουν / κομπάζουνε |
| Παρατατικός | κόμπαζα | κόμπαζες | κόμπαζε | κομπάζαμε | κομπάζατε | κομπάζαν / κομπάζανε / κόμπαζαν |
| Αόριστος | κόμπασα | κόμπασες | κόμπασε | κομπάσαμε | κομπάσατε | κομπάσαν / κομπάσανε / κόμπασαν |
| Μέλλοντας | θα κομπάζω / θα κομπάσω | θα κομπάζεις / θα κομπάσεις | θα κομπάζει / θα κομπάσει | θα κομπάζουμε / θα κομπάσουμε | θα κομπάζετε / θα κομπάσετε | θα κομπάζουν / θα κομπάζουνε / θα κομπάσουν / θα κομπάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κομπάσει | έχεις κομπάσει | έχει κομπάσει | έχουμε κομπάσει | έχετε κομπάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κομπάσει | είχες κομπάσει | είχε κομπάσει | είχαμε κομπάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κομπάσει / να κομπάζω / να κομπάσω | να έχεις κομπάσει / να κομπάζεις / να κομπάσεις | να έχει κομπάσει / να κομπάζει / να κομπάσει | να έχουμε κομπάσει / να κομπάζουμε / να κομπάσουμε | να έχετε κομπάσει / να κομπάζετε / να κομπάσετε | να κομπάζουν / να κομπάζουνε / να κομπάσουν / να κομπάσουνε |
| Προστακτική | — | κόμπαζε / κόμπασε | — | — | κομπάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κομπάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →