ξιπάζω
•
- σπάνιοφοβίζω, ξαφνιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξιπάζω < μεσαιωνική ελληνική ξυπάζω (ορθογραφική απλοποίηση) < ἐκσυσπάζω < αρχαία ελληνική ἐκσυσπάω / ἐκσυσπῶ < ἐκ + συσπάω / συσπῶ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξιπάζω | ξιπάζεις | ξιπάζει | ξιπάζουμε | ξιπάζετε | ξιπάζουν / ξιπάζουνε |
| Παρατατικός | ξίπαζα | ξίπαζες | ξίπαζε | ξιπάζαμε | ξιπάζατε | ξίπαζαν / ξιπάζαν / ξιπάζανε |
| Αόριστος | ξίπασα | ξίπασες | ξίπασε | ξιπάσαμε | ξιπάσατε | ξίπασαν / ξιπάσαν / ξιπάσανε |
| Μέλλοντας | θα ξιπάζω / θα ξιπάσω | θα ξιπάζεις / θα ξιπάσεις | θα ξιπάζει / θα ξιπάσει | θα ξιπάζουμε / θα ξιπάσουμε | θα ξιπάζετε / θα ξιπάσετε | θα ξιπάζουν / θα ξιπάζουνε / θα ξιπάσουν / θα ξιπάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξιπάσει | έχεις ξιπάσει | έχει ξιπάσει | έχουμε ξιπάσει | έχετε ξιπάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξιπάσει | είχες ξιπάσει | είχε ξιπάσει | είχαμε ξιπάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξιπάσει / να ξιπάζω / να ξιπάσω | να έχεις ξιπάσει / να ξιπάζεις / να ξιπάσεις | να έχει ξιπάσει / να ξιπάζει / να ξιπάσει | να έχουμε ξιπάσει / να ξιπάζουμε / να ξιπάσουμε | να έχετε ξιπάσει / να ξιπάζετε / να ξιπάσετε | να ξιπάζουν / να ξιπάζουνε / να ξιπάσουν / να ξιπάσουνε |
| Προστακτική | — | ξίπαζε / ξίπασε | — | — | ξιπάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξιπάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →