ξοδεύω
•
- καταναλώνω αγαθό για συγκεκριμένη ανάγκη, σκοπό Βικιλεξικό
- Ξοδέψαμε όλο το ζεστό νερό.
- πληρώνω και εξαντλώ ένα χρηματικό ποσό ως αντίτιμο για κάτι που θέλω Βικιλεξικό
- Προσπαθεί να μην ξοδεύει συχνά τα λεφτά της.''
- Κάθε βράδυ ξοδεύει μια περιουσία.
- για μηχάνημακαταναλώνω ενέργεια, βενζίνη, ηλεκτρισμό κ.λπ. Βικιλεξικό
- γενικότεραχρησιμοποιώ τις δυνάμεις, τον χρόνο, τις σκέψεις μου, για να πετύχω κάτι που επιθυμώ Βικιλεξικό
- Έχει ξοδέψει μια ζωή μελετώντας ανθρώπινες γλώσσες.
- παθητική φωνήδαπανώ πολλά χρήματα Βικιλεξικό
- Ξοδεύτηκε για να αγοράσει ένα χρυσό ρολόι.
- γενικότερασπαταλώ τις δυνάμεις μου σε κάτι που δεν αξίζει Βικιλεξικό
- Ξοδεύτηκε σε πράγματα που τελικά δεν τον ενδιέφεραν.
Ετυμολογία
ξοδεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξοδεύω < ελληνιστική κοινή ἐξοδεύω (αναχωρώ, πεθαίνω), με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήνεντος και κατά κατά τη σημασία του ελληνιστική κοινή ἐξοδιάζω (πληρώνω μέχρι τέλους) < ἔξοδος (πληρωμή χρημάτων, αρχική σημασία «έξοδος, τέλος»).
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξοδεύω | ξοδεύεις | ξοδεύει | ξοδεύουμε | ξοδεύετε | ξοδεύουν / ξοδεύουνε |
| Παρατατικός | ξόδευα | ξόδευες | ξόδευε | ξοδεύαμε | ξοδεύατε | ξοδεύαν / ξοδεύανε / ξόδευαν |
| Αόριστος | ξόδεψα | ξόδεψες | ξόδεψε | ξοδέψαμε | ξοδέψατε | ξοδέψαν / ξοδέψανε / ξόδεψαν |
| Μέλλοντας | θα ξοδέψω / θα ξοδεύω | θα ξοδέψεις / θα ξοδεύεις | θα ξοδέψει / θα ξοδεύει | θα ξοδέψουμε / θα ξοδεύουμε | θα ξοδέψετε / θα ξοδεύετε | θα ξοδέψουν / θα ξοδέψουνε / θα ξοδεύουν / θα ξοδεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξοδέψει | έχεις ξοδέψει | έχει ξοδέψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξοδέψει | είχες ξοδέψει | είχε ξοδέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξοδέψει / να ξοδέψω / να ξοδεύω | να έχεις ξοδέψει / να ξοδέψεις / να ξοδεύεις | να έχει ξοδέψει / να ξοδέψει / να ξοδεύει | να ξοδέψουμε / να ξοδεύουμε | να ξοδέψετε / να ξοδεύετε | να ξοδέψουν / να ξοδέψουνε / να ξοδεύουν / να ξοδεύουνε |
| Προστακτική | — | έχε ξοδεμένο / ξόδευε / ξόδεψε | — | — | ξοδέψτε / ξοδεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξοδεύτηκαξοδεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →