ξόδι
•
- η εξόδιος ακολουθία Βικιλεξικό
- η κηδεία Βικιλεξικό
- Θα είν' αργά όταν θα ανακαλύψεις τη συνωμοσία, θα είν' αργά όταν θα βρισκόμαστε στο ξόδι. (Terror X Crew, Το ξόδι)
Ετυμολογία
ξόδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξόδι και ἐξόδιον < αρχαία ελληνική ἐξόδιον μέλος (το τέλος μιας τραγωδίας)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξόδι | ξόδια |
| Γενική | ξοδιού | ξοδιών |
| Αιτιατική | ξόδι | ξόδια |
| Κλητική | ξόδι | ξόδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →