Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξόδι

/ˈkso.ði/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η εξόδιος ακολουθία Βικιλεξικό
  2. η κηδεία Βικιλεξικό
    • Θα είν' αργά όταν θα ανακαλύψεις τη συνωμοσία, θα είν' αργά όταν θα βρισκόμαστε στο ξόδι. (Terror X Crew, Το ξόδι)

Ετυμολογία

ξόδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξόδι και ἐξόδιον < αρχαία ελληνική ἐξόδιον μέλος (το τέλος μιας τραγωδίας)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξόδιξόδια
Γενικήξοδιούξοδιών
Αιτιατικήξόδιξόδια
Κλητικήξόδιξόδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →