ξοδιάζω
•
- λαϊκότροποξοδεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξοδιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξοδιάζω και ἐξοδιάζω < ελληνιστική κοινή ἐξοδιάζω < ἔξοδος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξοδιάζω | ξοδιάζεις | ξοδιάζει | ξοδιάζουμε | ξοδιάζετε | ξοδιάζουν / ξοδιάζουνε |
| Παρατατικός | ξόδιαζα | ξόδιαζες | ξόδιαζε | ξοδιάζαμε | ξοδιάζατε | ξοδιάζαν / ξοδιάζανε / ξόδιαζαν |
| Αόριστος | ξόδιασα | ξόδιασες | ξόδιασε | ξοδιάσαμε | ξοδιάσατε | ξοδιάσαν / ξοδιάσανε / ξόδιασαν |
| Μέλλοντας | θα ξοδιάζω / θα ξοδιάσω | θα ξοδιάζεις / θα ξοδιάσεις | θα ξοδιάζει / θα ξοδιάσει | θα ξοδιάζουμε / θα ξοδιάσουμε | θα ξοδιάζετε / θα ξοδιάσετε | θα ξοδιάζουν / θα ξοδιάζουνε / θα ξοδιάσουν / θα ξοδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξοδιάσει | έχεις ξοδιάσει | έχει ξοδιάσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξοδιάσει | είχες ξοδιάσει | είχε ξοδιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξοδιάσει / να ξοδιάζω / να ξοδιάσω | να έχεις ξοδιάσει / να ξοδιάζεις / να ξοδιάσεις | να έχει ξοδιάσει / να ξοδιάζει / να ξοδιάσει | να ξοδιάζουμε / να ξοδιάσουμε | να ξοδιάζετε / να ξοδιάσετε | να ξοδιάζουν / να ξοδιάζουνε / να ξοδιάσουν / να ξοδιάσουνε |
| Προστακτική | — | έχε ξοδιασμένο / ξόδιαζε / ξόδιασε | — | — | ξοδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξοδιάστηκαξοδιάζομαιξοδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →