Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξοδιάζω

/ksoˈðʝa.zo/ρήμα
•
  1. λαϊκότροποξοδεύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξοδιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξοδιάζω και ἐξοδιάζω < ελληνιστική κοινή ἐξοδιάζω < ἔξοδος

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξοδιάζωξοδιάζειςξοδιάζειξοδιάζουμεξοδιάζετεξοδιάζουν / ξοδιάζουνε
Παρατατικόςξόδιαζαξόδιαζεςξόδιαζεξοδιάζαμεξοδιάζατεξοδιάζαν / ξοδιάζανε / ξόδιαζαν
Αόριστοςξόδιασαξόδιασεςξόδιασεξοδιάσαμεξοδιάσατεξοδιάσαν / ξοδιάσανε / ξόδιασαν
Μέλλονταςθα ξοδιάζω / θα ξοδιάσωθα ξοδιάζεις / θα ξοδιάσειςθα ξοδιάζει / θα ξοδιάσειθα ξοδιάζουμε / θα ξοδιάσουμεθα ξοδιάζετε / θα ξοδιάσετεθα ξοδιάζουν / θα ξοδιάζουνε / θα ξοδιάσουν / θα ξοδιάσουνε
Παρακείμενοςέχω ξοδιάσειέχεις ξοδιάσειέχει ξοδιάσει———
Υπερσυντέλικοςείχα ξοδιάσειείχες ξοδιάσειείχε ξοδιάσει———
Υποτακτικήνα έχω ξοδιάσει / να ξοδιάζω / να ξοδιάσωνα έχεις ξοδιάσει / να ξοδιάζεις / να ξοδιάσειςνα έχει ξοδιάσει / να ξοδιάζει / να ξοδιάσεινα ξοδιάζουμε / να ξοδιάσουμενα ξοδιάζετε / να ξοδιάσετενα ξοδιάζουν / να ξοδιάζουνε / να ξοδιάσουν / να ξοδιάσουνε
Προστακτική—έχε ξοδιασμένο / ξόδιαζε / ξόδιασε——ξοδιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ξοδιάστηκαξοδιάζομαιξοδιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →