ξυλεία
•
- το ξύλο ως πρώτη ύλη για οικοδομή, έργα τέχνης, ως καύσιμο κ.λπ. Βικιλεξικό
- Το αστρονομικό ποσό των 65 εκατομμυρίων ευρώ δαπανά κάθε χρόνο η χώρα μας σε συνάλλαγμα για εισαγωγή ξυλείας υψηλής ποιότητας, σε σημείο ν' αποτελεί την τρίτη μεγαλύτερη δαπάνη, μετά τα πετρελαιοειδή, τα γαλακτοκομικά και το κρέας! Η ετήσια παραγωγή εγχώριας ξυλείας ανέρχεται σε 390.000 κυβικά μέτρα περίπου, ενώ οι εισαγωγές ξυλείας σε 3.660.000 κυβικά μέτρα περίπου ετησίως. Σημαντικό κομμάτι των εισαγωγών, περίπου 170.000 κυβικά μέτρα, αφορά ξυλεία επιπλοποιίας. (εφ. Ελευθεροτυπία, 09.04.2013)
- Η ξυλοναυπηγική (ή παραδοσιακή ναυπηγική) είναι η χειροτεχνική κατασκευή σκάφους από φυσική ξυλεία (σύλληψη, σχεδίαση, κατασκευή, εξοπλισμός, διακόσμηση), καθώς και οι πολιτισμικές πρακτικές και αντιλήψεις που την πλαισιώνουν.
Ετυμολογία
ξυλεία < ελληνιστική κοινή ξυλεία < ξυλεύω < αρχαία ελληνική ξύλον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξυλεία | ξυλείες |
| Γενική | ξυλείας | — |
| Αιτιατική | ξυλεία | ξυλείες |
| Κλητική | ξυλεία | ξυλείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →