ξυλιάζω
•
- γίνομαι σαν ξύλο από την παγωνιά Βικιλεξικό
- Θα ξυλιάσεις εδώ έξω. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)
Ετυμολογία
ξυλιάζω < ξύλ(ο) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξυλιάζω | ξυλιάζεις | ξυλιάζει | ξυλιάζουμε | ξυλιάζετε | ξυλιάζουν / ξυλιάζουνε |
| Παρατατικός | ξύλιαζα | ξύλιαζες | ξύλιαζε | ξυλιάζαμε | ξυλιάζατε | ξυλιάζαν / ξυλιάζανε / ξύλιαζαν |
| Αόριστος | ξύλιασα | ξύλιασες | ξύλιασε | ξυλιάσαμε | ξυλιάσατε | ξυλιάσαν / ξυλιάσανε / ξύλιασαν |
| Μέλλοντας | θα ξυλιάζω / θα ξυλιάσω | θα ξυλιάζεις / θα ξυλιάσεις | θα ξυλιάζει / θα ξυλιάσει | θα ξυλιάζουμε / θα ξυλιάσουμε | θα ξυλιάζετε / θα ξυλιάσετε | θα ξυλιάζουν / θα ξυλιάζουνε / θα ξυλιάσουν / θα ξυλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξυλιάσει | έχεις ξυλιάσει | έχει ξυλιάσει | έχουμε ξυλιάσει | έχετε ξυλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξυλιάσει | είχες ξυλιάσει | είχε ξυλιάσει | είχαμε ξυλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξυλιάσει / να ξυλιάζω / να ξυλιάσω | να έχεις ξυλιάσει / να ξυλιάζεις / να ξυλιάσεις | να έχει ξυλιάσει / να ξυλιάζει / να ξυλιάσει | να έχουμε ξυλιάσει / να ξυλιάζουμε / να ξυλιάσουμε | να έχετε ξυλιάσει / να ξυλιάζετε / να ξυλιάσετε | να ξυλιάζουν / να ξυλιάζουνε / να ξυλιάσουν / να ξυλιάσουνε |
| Προστακτική | — | ξύλιαζε / ξύλιασε | — | — | ξυλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξυλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →