Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξυλογλυπτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. τέχνηπου έχει σχέση με την ξυλογλυπτική ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • Από την Παρασκευή ξεκίνησε η έκθεση της Ξυλογλυπτικής Σχολής Καλαμπάκας στην αίθουσα «Νίτσα Λιάπη» της πόλης μας, με δημιουργίες μαθητών της σχολής. (*)

Ετυμολογία

ξυλογλυπτικός < ξυλο- + γλυπτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξυλογλυπτικόςξυλογλυπτικήξυλογλυπτικό
Γενικήξυλογλυπτικούξυλογλυπτικήςξυλογλυπτικού
Αιτιατικήξυλογλυπτικόξυλογλυπτικήξυλογλυπτικό
Κλητικήξυλογλυπτικέξυλογλυπτικήξυλογλυπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξυλογλυπτικοίξυλογλυπτικέςξυλογλυπτικά
Γενικήξυλογλυπτικώνξυλογλυπτικώνξυλογλυπτικών
Αιτιατικήξυλογλυπτικούςξυλογλυπτικέςξυλογλυπτικά
Κλητικήξυλογλυπτικοίξυλογλυπτικέςξυλογλυπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →