ξυλοδαρμός
•
- το να ρίχνει κάποιος ξύλο σε άλλον, να τον χτυπάει, να τον δέρνει Βικιλεξικό
- Σε υπόθεση ξυλοδαρμού ανηλίκου από συμμορία ανηλίκων στα βόρεια προάστια πριν από περισσότερο από έναν χρόνο, με σωρεία κακουργημάτων και πλημμελημάτων, ακόμα δεν έχει οριστεί δικάσιμος. (Δικάσιμος το 2035; Για ποια Δικαιοσύνη μιλάμε; 11/3/2025 , capital.gr https://www.capital.gr/o-agis-beroutis-grafei/3906028/dikasimos-to-2035-gia-poia-dikaiosuni-milame/)
Ετυμολογία
ξυλοδαρμός < ξύλο + -ο- δαρμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξυλοδαρμός | ξυλοδαρμοί |
| Γενική | ξυλοδαρμού | ξυλοδαρμών |
| Αιτιατική | ξυλοδαρμό | ξυλοδαρμούς |
| Κλητική | ξυλοδαρμέ | ξυλοδαρμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →