Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξυλουργικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ξυλουργία ή τον ξυλουργό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξυλουργικός < αρχαία ελληνική ξυλουργικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξυλουργικόςξυλουργικήξυλουργικό
Γενικήξυλουργικούξυλουργικήςξυλουργικού
Αιτιατικήξυλουργικόξυλουργικήξυλουργικό
Κλητικήξυλουργικέξυλουργικήξυλουργικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξυλουργικοίξυλουργικέςξυλουργικά
Γενικήξυλουργικώνξυλουργικώνξυλουργικών
Αιτιατικήξυλουργικούςξυλουργικέςξυλουργικά
Κλητικήξυλουργικοίξυλουργικέςξυλουργικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →