ξυλοφάγος
•
- εντομολογίαγια έντομα ή άλλους οργανισμούς που τρώνε ξύλο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη ράσπα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξυλοφάγος < ελληνιστική κοινή ξυλοφάγος ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική xylophaga)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξυλοφάγος | ξυλοφάγα / ξυλοφάγος | ξυλοφάγο |
| Γενική | ξυλοφάγου | ξυλοφάγας / ξυλοφάγου | ξυλοφάγου |
| Αιτιατική | ξυλοφάγο | ξυλοφάγα / ξυλοφάγο | ξυλοφάγο |
| Κλητική | ξυλοφάγε | ξυλοφάγα / ξυλοφάγε | ξυλοφάγο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξυλοφάγοι | ξυλοφάγες / ξυλοφάγοι | ξυλοφάγα |
| Γενική | ξυλοφάγων | ξυλοφάγων | ξυλοφάγων |
| Αιτιατική | ξυλοφάγους | ξυλοφάγες / ξυλοφάγους | ξυλοφάγα |
| Κλητική | ξυλοφάγοι | ξυλοφάγες / ξυλοφάγοι | ξυλοφάγα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →