ξυστρίζω
•
- ξύνω με ξυστρί το τρίχωμα ζώων, για να καθαρίσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξυστρίζω < ξυστρί + -ίζω < (ελληνιστική κοινή), υποκοριστικό του αρχαία ελληνική ξύστρον
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξυστρίζω | ξυστρίζεις | ξυστρίζει | ξυστρίζουμε | ξυστρίζετε | ξυστρίζουν / ξυστρίζουνε |
| Παρατατικός | ξύστριζα | ξύστριζες | ξύστριζε | ξυστρίζαμε | ξυστρίζατε | ξυστρίζαν / ξυστρίζανε / ξύστριζαν |
| Αόριστος | ξύστρισα | ξύστρισες | ξύστρισε | ξυστρίσαμε | ξυστρίσατε | ξυστρίσαν / ξυστρίσανε / ξύστρισαν |
| Μέλλοντας | θα ξυστρίζω / θα ξυστρίσω | θα ξυστρίζεις / θα ξυστρίσεις | θα ξυστρίζει / θα ξυστρίσει | θα ξυστρίζουμε / θα ξυστρίσουμε | θα ξυστρίζετε / θα ξυστρίσετε | θα ξυστρίζουν / θα ξυστρίζουνε / θα ξυστρίσουν / θα ξυστρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξυστρίσει | έχεις ξυστρίσει | έχει ξυστρίσει | έχουμε ξυστρίσει | έχετε ξυστρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξυστρίσει | είχες ξυστρίσει | είχε ξυστρίσει | είχαμε ξυστρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξυστρίσει / να ξυστρίζω / να ξυστρίσω | να έχεις ξυστρίσει / να ξυστρίζεις / να ξυστρίσεις | να έχει ξυστρίσει / να ξυστρίζει / να ξυστρίσει | να έχουμε ξυστρίσει / να ξυστρίζουμε / να ξυστρίσουμε | να έχετε ξυστρίσει / να ξυστρίζετε / να ξυστρίσετε | να ξυστρίζουν / να ξυστρίζουνε / να ξυστρίσουν / να ξυστρίσουνε |
| Προστακτική | — | ξύστριζε / ξύστρισε | — | — | ξυστρίζετε / ξυστρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →