ξυστός
•
- το κάτω μέρος της καραμπίνας το οποίο λέγεται και πάπια Βικιλεξικό
- σημάδευε με το δεξί χέρι στη σκανδάλη και με το αριστερό στον ξύλινο ξυστό
- ονομασία του Πάπα Ξυστού (γυαλισμένου τρόπον τινά) που έγινε με παραφθορά Σίξτος Β΄ Βικιλεξικό
- αρχαία ελληνική: το τμήμα των γυμναστηρίων που ήταν στεγασμένο και είχε λειασμένο δάπεδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξυστός < ξύνω < αρχαία ελληνική ξύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξυστή / ξυστός / ξυστό | ξυστές / ξυστοί / ξυστά |
| Γενική | ξυστής / ξυστού / ξυστού | ξυστών / ξυστών / ξυστών |
| Αιτιατική | ξυστή / ξυστό / ξυστό | ξυστές / ξυστούς / ξυστά |
| Κλητική | ξυστή / ξυστέ / ξυστό | ξυστές / ξυστοί / ξυστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →