Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξύπνος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το ξύπνημα Βικιλεξικό
  2. η εγρήγορση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξύπνος < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ξυπνός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποξύπνιος Βικιλεξικό
    • Και στενοχωριούνταν που δεν ήξερε. Ξυπνός και περίεργος, αφοσιωμένος στον Αγώνα, εξασκημένος στην παρατήρηση και την κατασκοπεία, ήταν μαθημένος να βγάζει συμπεράσματα από τις παρατηρήσεις του, και σπανίως λαθεύουνταν. (Πηνελόπη Δέλτα, Στα μυστικά του βάλτου/Κεφάλαιο ΙΖ)

Ετυμολογία

ξυπνός < μεσαιωνική ελληνική ξυπνός < (ελληνιστική κοινή) < ἐξ + αρχαία ελληνική ὕπνος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξυπνόςξυπνήξυπνό
Γενικήξυπνούξυπνήςξυπνού
Αιτιατικήξυπνόξυπνήξυπνό
Κλητικήξυπνέξυπνήξυπνό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξυπνοίξυπνέςξυπνά
Γενικήξυπνώνξυπνώνξυπνών
Αιτιατικήξυπνούςξυπνέςξυπνά
Κλητικήξυπνοίξυπνέςξυπνά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →