Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οικειοποιούμαι

/i.ci.o.piˈu.me/ρήμα
•
  1. μεταβατικόκάνω δικό μου κάτι που ανήκει σε άλλον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οικειοποιούμαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή οἰκειοποιοῦμαι, συνηρημένος τύπος του οἰκειοποιέομαι < οἰκεῖον + ποιέομαι, ποιοῦμαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςοικειοποιούμαιοικειοποιείσαιοικειοποιείταιοικειοποιούμαστεοικειοποιείστεοικειοποιούνται
Παρατατικόςοικειοποιούμουνοικειοποιούσουνοικειοποιούντανοικειοποιούμασταν / οικειοποιούμαστεοικειοποιούσασταν / οικειοποιούσαστεοικειοποιούνταν
Αόριστοςοικειοποιήθηκαοικειοποιήθηκεςοικειοποιήθηκεοικειοποιηθήκαμεοικειοποιηθήκατεοικειοποιήθηκαν / οικειοποιηθήκαν / οικειοποιηθήκανε
Μέλλονταςθα οικειοποιηθώ / θα οικειοποιούμαιθα οικειοποιείσαι / θα οικειοποιηθείςθα οικειοποιείται / θα οικειοποιηθείθα οικειοποιηθούμε / θα οικειοποιούμαστεθα οικειοποιείστε / θα οικειοποιηθείτεθα οικειοποιηθούν / θα οικειοποιηθούνε / θα οικειοποιούνται
Παρακείμενοςέχω οικειοποιηθείέχεις οικειοποιηθείέχει οικειοποιηθείέχουμε οικειοποιηθείέχετε οικειοποιηθείέχουν οικειοποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα οικειοποιηθείείχες οικειοποιηθείείχε οικειοποιηθείείχαμε οικειοποιηθείείχατε οικειοποιηθείείχαν οικειοποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω οικειοποιηθεί / να οικειοποιηθώ / να οικειοποιούμαινα έχεις οικειοποιηθεί / να οικειοποιείσαι / να οικειοποιηθείςνα έχει οικειοποιηθεί / να οικειοποιείται / να οικειοποιηθείνα έχουμε οικειοποιηθεί / να οικειοποιηθούμε / να οικειοποιούμαστενα έχετε οικειοποιηθεί / να οικειοποιείστε / να οικειοποιηθείτενα έχουν οικειοποιηθεί / να οικειοποιηθούν / να οικειοποιηθούνε / να οικειοποιούνται
Προστακτική—οικειοποιήσου——οικειοποιείστε / οικειοποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →