οικειοποιούμαι
•
- μεταβατικόκάνω δικό μου κάτι που ανήκει σε άλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οικειοποιούμαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή οἰκειοποιοῦμαι, συνηρημένος τύπος του οἰκειοποιέομαι < οἰκεῖον + ποιέομαι, ποιοῦμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οικειοποιούμαι | οικειοποιείσαι | οικειοποιείται | οικειοποιούμαστε | οικειοποιείστε | οικειοποιούνται |
| Παρατατικός | οικειοποιούμουν | οικειοποιούσουν | οικειοποιούνταν | οικειοποιούμασταν / οικειοποιούμαστε | οικειοποιούσασταν / οικειοποιούσαστε | οικειοποιούνταν |
| Αόριστος | οικειοποιήθηκα | οικειοποιήθηκες | οικειοποιήθηκε | οικειοποιηθήκαμε | οικειοποιηθήκατε | οικειοποιήθηκαν / οικειοποιηθήκαν / οικειοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα οικειοποιηθώ / θα οικειοποιούμαι | θα οικειοποιείσαι / θα οικειοποιηθείς | θα οικειοποιείται / θα οικειοποιηθεί | θα οικειοποιηθούμε / θα οικειοποιούμαστε | θα οικειοποιείστε / θα οικειοποιηθείτε | θα οικειοποιηθούν / θα οικειοποιηθούνε / θα οικειοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω οικειοποιηθεί | έχεις οικειοποιηθεί | έχει οικειοποιηθεί | έχουμε οικειοποιηθεί | έχετε οικειοποιηθεί | έχουν οικειοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα οικειοποιηθεί | είχες οικειοποιηθεί | είχε οικειοποιηθεί | είχαμε οικειοποιηθεί | είχατε οικειοποιηθεί | είχαν οικειοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω οικειοποιηθεί / να οικειοποιηθώ / να οικειοποιούμαι | να έχεις οικειοποιηθεί / να οικειοποιείσαι / να οικειοποιηθείς | να έχει οικειοποιηθεί / να οικειοποιείται / να οικειοποιηθεί | να έχουμε οικειοποιηθεί / να οικειοποιηθούμε / να οικειοποιούμαστε | να έχετε οικειοποιηθεί / να οικειοποιείστε / να οικειοποιηθείτε | να έχουν οικειοποιηθεί / να οικειοποιηθούν / να οικειοποιηθούνε / να οικειοποιούνται |
| Προστακτική | — | οικειοποιήσου | — | — | οικειοποιείστε / οικειοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →