οικονομολόγος
•
- οικονομίαο ειδικός στην οικονομική επιστήμη ή στην οικονομολογία, ο πτυχιούχος αντίστοιχων πανεπιστημιακής σχολών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οικονομολόγος < απόδοση για τη γαλλική économiste < économ(ie) + -iste < αρχαία ελληνική οἰκονομ(ία) + -ιστής. Αναλύεται σε οικο- + -νομ(ία) + -ο- + -λόγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οικονομολόγος | οικονομολόγοι |
| Γενική | οικονομολόγου | οικονομολόγων |
| Αιτιατική | οικονομολόγο | οικονομολόγους |
| Κλητική | οικονομολόγε | οικονομολόγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →